Γιατί η Εκμάθηση Μιας Γλώσσας μέσω του Πολιτισμού – και όχι μόνο μέσω της Γραμματικής – είναι το Κλειδί για την Ευχέρεια

Για γενιές ολόκληρες, το πρότυπο της εκμάθησης ξένων γλωσσών έχει παραμείνει αξιοσημείωτα σταθερό: ένα σχολικό εγχειρίδιο, μια λίστα λεξιλογίου και ένα τρομερό πλαίσιο κανόνων γραμματικής. Οι μαθητές/μαθήτριες αποστηθίζουν επιμελώς τις κλίσεις των ρημάτων, «παλεύουν» με τα πτωτικά συστήματα και συμπληρώνουν αμέτρητα φύλλα εργασιών. Αν και τόσο πολλοί/πολλές αναδύονται από αυτή τη διαδικασία ικανοί/ικανές να σχηματίσουν μία πρόταση, είναι ωστόσο εντελώς ανίκανοι/ανίκανες να συνδεθούν με έναν φυσικό ομιλητή/με μια φυσική ομιλήτρια∙ κατέχουν τα «οστά» της γλώσσας αλλά όχι την ψυχή της. Το συστατικό που λείπει, η ζωτική σπίθα που μετατρέπει μια μηχανική άσκηση σε μια ζωντανή δεξιότητα, είναι ο πολιτισμός.

Η γλώσσα δεν είναι ένας αυτοτελής κώδικας που μπορεί να αποκρυπτογραφείται μόνο με τη λογική. Είναι ένα πολιτισμικό δημιούργημα, γεννημένο από την ιστορία, τις αξίες, το χιούμορ και τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων της. Το να μαθαίνουμε μία γλώσσα μέσω του πολιτισμού σημαίνει ότι μετατοπίζουμε τον στόχο από την απλή ορθότητα στη γνήσια κατανόηση. Είναι η διαφορά μεταξύ του να γνωρίζουμε τις λέξεις για τη φράση «Είμαι καλά» και του να κατανοούμε τη λεπτή, άρρητη εθιμοτυπία του πότε να την πούμε, πώς να την πούμε και τι πραγματικά σημαίνει σε ένα δεδομένο επικοινωνιακό πλαίσιο.

Σκεφτείτε την απλή πράξη του χαιρετισμού. Μία προσέγγιση γραμματικής- μετάφρασης μας διδάσκει τη φράση «Πώς είσαι;» (¿Cómo estás? / Comment ça va? / Wie geht’s?). Μία προσέγγιση εστιασμένη στον πολιτισμό αποκαλύπτει ότι στην Ισπανία αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια αυθεντική, σύντομη ενημέρωση για τη ζωή κάποιου/κάποιας, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι συχνά ένας τυπικός χαιρετισμός που δεν απαιτεί πραγματική απάντηση. Στην Ιαπωνία ολόκληρη η έννοια αντικαθίσταται από ένα πολύπλοκο σύστημα υποκλίσεων και τιμητικών προσφωνήσεων που μεταδίδουν σεβασμό και κοινωνική θέση χωρίς άμεση μετάφραση. Η γραμματική μάς δίνει το «τι», αλλά ο πολιτισμός μάς δίνει το «γιατί», το «πότε» και το «με ποιον».

Αυτή η πολιτισμική εμβάθυνση συμβάλλει στην καλύτερη αφομοίωση της γλώσσας. Η απομνημόνευση μιας λίστας λεξιλογίου για το φαγητό είναι μια κουραστική εργασία. Όμως, η παρακολούθηση μιας ζωντανής ιταλικής ταινίας όπου μια οικογένεια μαλώνει με πάθος για μια συνταγή ragù (ραγού) ενσωματώνει λέξεις όπως aglio (σκόρδο), pomodoro (ντομάτα) και amore (αγάπη) σε ένα πλούσιο αισθητηριακό πλαίσιο. Οι λέξεις παύουν να είναι αφηρημένες· συνδέονται με τον ήχο των κατσαρολικών, τη ζεστασιά μιας κουζίνας και το συναισθηματικό βάρος ενός κοινού γεύματος. Δε μαθαίνουμε απλώς τη λέξη για το «ψωμί» (pain στα γαλλικά)· μαθαίνουμε για το ιερό καθημερινό τελετουργικό της αγοράς μιας φρέσκιας baguette (μπαγκέτας) από την boulangerie (αρτοποιείο). Αυτή η συναισθηματική και αφηγηματική σύνδεση δημιουργεί νευρωνικές διαδρομές πολύ πιο ανθεκτικές από εκείνες της μηχανικής απομνημόνευσης.

Επιπλέον, ο πολιτισμός ξεκλειδώνει το χιούμορ και την προσωπικότητα μιας γλώσσας. Το χιούμορ είναι συχνά το τελευταίο «σύνορο» για κάποιον/κάποια που μαθαίνει μια ξένη γλώσσα, επειδή είναι τόσο βαθιά ριζωμένο σε πολιτισμικές αποχρώσεις, λογοπαίγνια και κοινά συμφραζόμενα. Το στεγνό, αυτοσαρκαστικό πνεύμα της βρετανικής κωμωδίας, τα παράλογα σκετς της ιαπωνικής τηλεόρασης και τα καταιγιστικά υπονοούμενα των αργεντίνικων ισπανικών είναι αδύνατο να εκτιμηθούν χωρίς να κατανοηθεί το πολιτισμικό έδαφος από το οποίο αναπτύχθηκαν. Μέσω της ενασχόλησης με τη μουσική, τον κινηματογράφο και την κωμωδία σταματάμε να προσπαθούμε να «λύσουμε» τη γλώσσα και αρχίζουμε να τη νιώθουμε. Μαθαίνουμε τον ρυθμό, τον επιτονισμό και τους άρρητους κανόνες που διέπουν μια παιχνιδιάρικη συζήτηση.

Τα οφέλη εκτείνονται πέρα από την ευχέρεια στην καλλιέργεια βαθιάς ενσυναίσθησης και διαπολιτισμικής ικανότητας. Η γλώσσα είναι ένας φακός μέσω του οποίου ένας πολιτισμός βλέπει τον κόσμο. Η ύπαρξη πολλαπλών λέξεων για την «αγάπη» στα ελληνικά (αγάπη, έρως, φιλία, στοργή) ή οι πολύπλοκοι όροι στα ιαπωνικά για συγκεκριμένους τύπους βροχής και φωτός αποκαλύπτουν τι θεωρεί μια κοινωνία αρκετά σημαντικό ώστε να το ονοματίζει με ακρίβεια. Μαθαίνοντας αυτές τις έννοιες δεν επεκτείνουμε απλώς το λεξιλόγιό μας· υιοθετούμε έναν νέο τρόπο θέασης και κατηγοριοποίησης της ανθρώπινης εμπειρίας. Αρχίζουμε να κατανοούμε τις συλλογικές αξίες που ενσωματώνονται στη μοναδικά δανέζικη έννοια του hygge, η οποία αποδίδει ένα συγκεκριμένο είδος χαλαρής ικανοποίησης. Αυτή η διαδικασία γκρεμίζει εθνοκεντρικά εμπόδια και επιτρέπει μια πιο διακριτική, γεμάτη σεβασμό άποψη για τον κόσμο.

Πώς, λοιπόν, εφαρμόζεται μια προσέγγιση που δίνει προτεραιότητα στον πολιτισμό; Ο σύγχρονος μαθητής/η σύγχρονη μαθήτρια έχει αφθονία επιλογών στα χέρια του/της.

  1. Χρησιμοποιούμε Αυθεντικά Μέσα: Απαλλασσόμαστε από τους αποστειρωμένους διαλόγους των σχολικών εγχειριδίων. Παρακολουθούμε σύγχρονες ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές με υπότιτλους στη γλώσσα-στόχο. Ακούμε δημοφιλή μουσική και διαβάζουμε τους στίχους. Ακολουθούμε influencers των κοινωνικών μέσων από τη χώρα-στόχο. Αυτό μας εκθέτει στη σύγχρονη αργκό, στον φυσικό ρυθμό και στα θέματα που όντως απασχολούν τους φυσικούς ομιλητές/τις φυσικές ομιλήτριες.
  2. Εμπλεκόμαστε με τις Τέχνες και την Ιστορία: Διαβάζουμε λαϊκά παραμύθια, ποίηση και διηγήματα. Εξερευνούμε την ιστορία της χώρας. Η κατανόηση των κομβικών στιγμών της (των επαναστάσεών της, των δυσκολιών της, των θριάμβων της) παρέχει ουσιαστικό πλαίσιο για τις ιδιωματικές εκφράσεις, τον εθνικό της χαρακτήρα, ακόμη και τον πολιτικό της λόγο.
  3. Συνδεόμαστε με Ανθρώπους: Χρησιμοποιούμε εφαρμογές γλωσσικής ανταλλαγής όχι ως άσκηση γραμματικής αλλά ως πολιτισμική ανταλλαγή. Ρωτάμε τον συνομιλητή/τη συνομιλήτριά μας για τις παραδόσεις τους, τις αγαπημένες τους γιορτές, τα οικογενειακά τους έθιμα και τι τους κάνει να γελάνε. Το φαγητό είναι μια παγκόσμια «πύλη»· μαθαίνουμε να μαγειρεύουμε ένα παραδοσιακό πιάτο και το λεξιλόγιο που το συνοδεύει.
  4. Αναδιαμορφώνουμε τους Στόχους μας: Αντί να στοχεύουμε στο «να κατακτήσω την υποτακτική», θέτουμε τον στόχο «να καταλαβαίνω τα αστεία στην αγαπημένη μου ισπανική κωμική σειρά» ή «να μπορώ να ακολουθώ μια συνταγή στα γαλλικά».

Αυτό δε σημαίνει ότι η γραμματική είναι ασήμαντη. Είναι ο απαραίτητος σκελετός που δίνει σε μια γλώσσα τη δομή της. Όμως, χωρίς τη «σάρκα» και το «αίμα» του πολιτισμού, αυτός ο σκελετός είναι αδρανής. Δεν μπορεί να χορέψει, να τραγουδήσει ή να αφηγηθεί μια ιστορία. Δεν μπορεί να κάνει φίλους ή να ερωτευτεί.

Η αληθινή ευχέρεια δεν είναι η απουσία γραμματικών λαθών· είναι η ικανότητα να πλοηγούμαστε στα αόρατα ρεύματα νοήματος που ρέουν κάτω από τις λέξεις. Είναι η αυτοπεποίθηση να ξεπεράσουμε το σχολικό εγχειρίδιο και να εισέλθουμε στη ζωντανή, ακατάστατη και όμορφη πραγματικότητα της ανθρώπινης σύνδεσης. Αγκαλιάζοντας τον πολιτισμό ως το κύριο «εγχειρίδιό» μας, παύουμε να είμαστε κάποιος/κάποια που μαθαίνει μια ξένη γλώσσα και αρχίζουμε να γινόμαστε συμμετέχοντες/συμμετέχουσες σε έναν ολόκληρο κόσμο.

 

Αναφορές 

https://tllg.unisa.edu.au/uploads/1/2/7/6/127656642/gllt_ch2.pdf 

https://www.mondly.com/blog/role-of-culture-in-language-learning/